Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Βραδινή ιστορία κρίσης

Βράδυ. Αργά.Αλλά δεν μπορω να κοιμηθώ. Πάλι οι σκέψεις τρέχουν πιο γρήγορα απ ότι μπορώ να αντέξω, να προλάβω..
Αυτή τη φορά σηκώθηκα. Είπα να βγάλω κάτι χρήσιμο από αυτό. Κι αλλη κρίση αγχους.Νιώθω ότι ο χρόνος στερεύει, δεν προλαβαίνω!
Φτάσω τα είκοσι μου χρόνια. Δεύτερο έτος στη σχολή.Και ακόμα δεν έχω μάθει τίποτα. Δεν είμαι έτοιμη να μάθω. Αλλά δεν προλαβαίνω. Και πάλι άγχος. Δε μοιάζω σε τίποτα με αυτό που ήθελα να είμαι.
Μα γιατί; Γιατί εγώ η ίδια βάζω εμπόδια στον εαυτό μου και δεν τον αφήνω να προχωρίσει; Γιατί κάνω πισωγυρίσματα που τόσο απεχθάνομαι;Πως αποεύγεις τις τρικλοποδιές που ο ίδιος βάζεις στον εαυτό σου άραγε;
Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να καταφέρω. Μόνο που δεν ξέρω από που να αρχίσω. Και πώς να αρχίσω.

Χαιρετισμούς

Αναζητησεις.. περιεργες...

4 "έσχατες" έννοιες που σχετιζονται με την ψυχολογία:
θάνατος
αναζήτηση νοήματος
μοναξιά
ελευθερία

Επινοούμε ένα σκοπό τόσο στερεο για να αντέκει μια ολόκληρη ζωη. Στη συνέχεια πρέπει να επιτελέσουμε τον δεξιοτεχνικο χειρισμό ν απαρνη8ούμε την πατρότητα αυτού του σκοπού ώστε να συμπεράνουμε ότι τον "ανακαλύψαμε" σαν να ήταν εκεί έξω και μας περίμενε.

Yrvin D.Yalom

Θάνατος είναι η απώλεια της συνείδησης.
Παρ όλο που το ΓΕΓΟΝΟΣ του θανάτου μας καταστέφει η ΙΔΕΑ του θανάτου μπορεί να μας σώσει.


Yrvin D.Yalom


"Αρκεί να ευθυγραμμίσει το πεπρωμένο του με το πεπρωμένο όλων, όχι με τη θέληση της παραίτησης , αλλά με τη θέληση της ευτυχίας.
Για την απόκτηση της ευτυχίας χρειάζεται χρόνος. Η ευτυχία είναι μια μακροχρόνια υπομονή.
Σε όλες τις περιπτώσεις τρώμε τη ζωη μας για να κερδίσουμε χρήματα, ενώ θα έπρεπε με τα χρήματα να κερδίζουμε το χρόνο μας".

Α.Καμύ στο βιβλίο Ο ευτυχισμένος θάνατος



Και λιγες σκέψεις που είχα σημειώσει από καιρο:

Πως από την παρ ολίγο εμειρία του θανάτου μπορεί κάποιος να μάθει να ζει.
Η φαντασίωση του θανάτου , και πιο συγκεκριμένα της αυτοκτονίας, τον απομυθοποιεί, τον κάνει κάτι "ανθρώπινο".Μεταφέρεται λοιπόν σε κάτι που καταλαβαίνουμε και επόμενως μπορούμε να εξηγησουμε και ίσως να νικήσουμε. Έτσι υποχωρεί (ή μαλλον μετατρέπεται σε προσπάθεια αποφυγής) ο φόβος της απώλειας της συνείδησης η οποία εμπεριέχεται εκ φύσεως στην ανθρώπινη ύπαρξη.


" Νιώθοντας οτι απκούσε να βάλει ημερομηνία στο γράμμα και να τραβήξει τη σκανδάλη, διαπιστώνοντας την παράλογη ευκολία του θανάτου , η φαντασία του ήταν αρκετά ζωηρή για να τον αναπαραστήσει με όλη τη φρίκη τι σήμαινε γι αυτόν η άρνηση της ζωής και τότε, έτσι όπως ήταν μισοκοιμησμένος, έπαιρνε μαζί του όλη τη λαχτάρα για να συνεχίζει ακόμα να ζει, διακριτικά και με αξιοπρέπεια."


"Εκείνο που με τρομάζη στο θάνατο είναι η βεβαιότητα που θα μου φλερει ότι η ζωή μου καταναλώθηκε ερήμην μου. Στο περιθώριο."

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

got the blues..

Έχω αρκετό καιρό να γράψω, σήμερα όμως ένιωσα επιτακτική την αναγκη..
Ο κόμπος στο λαιμό, το καθημερινό άγχος, οι μνήμες που δε μ' αφήνουν, οι μνήμες που δεν θέλω να αφήσω.. Φίλοι που έχασα, φίλους που ξέχασα..
Αφηρημένη όπως ειμαί φοβάμαι ότι θα ξεχάσω.Έτσι η συνέχεια είναι για να κρατήσω τις μνήμες ζωντανές.

Θύμασαι άραγε τις στιγμές? Νιώθω τύψεις ..Γιατί ενώ σε σκεφτόμουν δεν σου τηλεφώνησα. Ξέρω πόσο θα χαιρόσουν..Ξέρω πόσο μόνη ένιωθες. Ίσως να λέγαμε αντίο ίσως παλι όχι. Δύο μέρες μετά έφυγες. ΄΄Έφυγες΄΄ εύκολη λέξη μα αυτή προτιμώ.. Λυτρώθηκες άραγε? Δεν τα πιστεύω αυτά,το έλπιζω όμως.
Σε νιώθω δίπλα μου μα δεν μπορώ να σε αγκαλιάσω, αααχ πόσο το θέλω..Σ αγαπάω πολύ άραγε στο είπα ποτέ? Αν όχι συγχώρεσε με ,μετανιώνω.
Με θυμασαι γιαγιά μικρή να κρύβομαι για να μην φύγω από το σπίτι σου? Να μου λες όσα παραμύθια ήθελα χωρίς παράπονο και εγώ με κλειστά τα μάτια να σε ξεγελώ πως κοιμήθηκα μόλις σε έβλεπα ότι κουραζόσουν? Που φτιαξαμε την μπασκέτα, που έμαθα ποδηλατο? Που κάθε φορά που με έβλεπες να σκαρφαλώνω στη μάντρα πάγωνε το αίμα σου. Μ άφηνες ομως παιδί είναι, έλεγες, αφήστε το να παίξει. Θυμάσαι? Τις πατάτες με τυρί?Τις ιστορίες με τον πόλεμο ? Θεέ δυο πολέμους έζησες και έκανες τις δυσκολίες να φαίνονται παιχνιδάκι. Ποτε δε σε ρώτησα τι αντίκτυπο ειχαν σε σένα.. Τον κλεφτό καφέ με γάλα και φρυγανιά τον θυμάσαι γιαγιά? Ακόμα λατρεύω τον καφέ.

Την επόμενη απ όταν έφυγες ήμουν σπίτι σου. Στην αυλή ένα γατάκι αργοπέθαινε. Δεν αντεχα να το βλέπω γιαγιά να ζητά βοήθεια και να μην μπορώ να κάνο τίποτα. Να βλέπω τον τρόμο στα μάτια του. Στενοχωριέμαι που έτσι εφυγες , πάντα φοβόσουν τον θάνατο.. Το έβαλα σε μια ζεστή κουβέρτα του έδωσα γάλα ελπίζοντας. Το πρωί είχε γινει καλά και έφυγε! αχχ μακάρι να πέρναγε και ο δικός σου πόνος με ένα ποτήρι γάλα...

Νιώθω τα μάτια μου να πιέζονται από τα δάκρυα, δεν μπορώ να κλάψω όμως.. Γιατί δεν μπορω να κλάψω για σένα??

Το πιο πιθανό είναι αυτή την ανάρτηση να μην την διαβάσει κανένας.Δεν είναι αυτός ο λόγος που την έγραψα. Ζητώ συγνώμη σε τυχών αναγνώστες ομως αν σας 'έριξα' ή αν σπαταλησα το χρόνο σας δεν είχα τέτοια πρόθεση.

Τέλος καποιοι στίχοι που μου αρεσουν πολύ σχετικοί ή όχι:


Φεύγει η ζωή τελειώνει σαν σεντόνι φανερώνει
ό,τι αγαπούσα και το άφησα ό,τι μισούσα και το κράτησα
φεύγει η ζωή τελειώνει σαν σεντόνι ξεδιπλώνει
τον εαυτό μου που τον ξέχασα το μέσα κόσμο μου που έχασα
με τέτοια που 'χω ψυχολογία, πώς θα βγω στη συναυλία;

Πρέπει να αδειάσεις το κεφάλι σου απ' τις σκέψεις
μήπως μπορέσεις τελικά να το αντέξεις
αυτά μου είπαν κάποιοι φίλοι χτες το βράδυ
μα εγώ το μόνο που ζητούσα ήταν το χάδι
και μια τους νότα στο σκοτάδι




Ο ουρανός ανάβει τα φώτα
τίποτα πια δεν θα 'ναι όπως πρώτα
Ξημέρωσε πάλι

Ξυπνάω στο φως τα μάτια ανοίγω για λίγο νεκρός χαμένος για λίγο
Ξημέρωσε πάλι

Κι έχεις χαθεί μαζί με τον ύπνο μαζί με του ονείρου τον πολύχρωμο κύκνο
Μην ξημερώνεις ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου το δωμάτιο άδειο κι από τo όνειρό μου ακούω καθάριο
Το λυγμό σου να λέει όνειρο ήτανε, όνειρο ήτανε

Θα ξαναρθείς μόλις νυχτώσει
και τ' όνειρο πάλι την αλήθεια θα σώσει
Θα 'μαι κοντά σου

Μόνο εκεί σε βλέπω καλή μου
εκεί ζυγώνεις κι ακουμπάς τη ψυχή μου
Με τα φτερά σου

Μα το πρωί χάνεσαι φεύγεις ανοίγω τα μάτια κι αμέσως πεθαίνεις
Μην ξημερώνεις ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου...



speeches won't be made today, clocks will carry on
flowers wont be left in parks, work will still be done
people wont be dressed in clack, babies will be born
no flags will fly, the sun will rise,
but we know that you are gone


you who love to love and believed we can never give enough

it wakes me every single night, thinking through the day
did you stop at any time have doubts at any stage
were you calm or were you numb or happy just to get it done
i've lived my life without regret until today

you who love to love and believed we can never give enough

I didnt get to say goodbye the day before the day
was trying to get to work on time, thats why i turned away
and missed the most important thing you've ever tried to say
i've lived my life without regret until today

you who love to love and believed we can never give enough
and you who hoped that underneath we all felt the same
that was until the day before the day

Χαιρετισμούς

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

WALL

Be what you want to be.
The only wall is the empty spaces.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

μαμα

για σενα που δεν σου ειπα ποτε οτι σ αγαπω. ισως ποτε σου να μην το ακουσεις.. μπορει ομως να σου τραγουδισω καμια φορα τουτο το τραγουδι..
σ αγαπω μαμα

Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω, τα βάζω στη σακούλα και στα φέρνω...
Ρωτάς για την καριέρα μου τη νύχτα και τη μέρα μου και γω να σου μιλάω καταφέρνω.
Και σκέφτομαι που πίνω κόκα-κόλα... Για να'ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα.
Κι ανοίγω το ψυγείο σου το ela και το αντίο σου ζητούσε στη ζωή μου πάνω απ'όλα.
Μαμά, πεινάω, μαμά...
Φοβάμαι, μαμά...
Γερνάω, μαμά...
Και τρέμω να'μαι αυτό, που χρόνια ανησυχείς... Ωραία, νέα κι ατυχής...
Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα, να ξέρεις πως σου τα'χω φυλαγμένα.
Και τέλειωσα με άριστα, αλλά δεν έχω ευχάριστα, μαμά. Όλα στον κόσμο είναι γραμμένα...
Σαράντα καλοκαίρια και χειμώνες, τις άγριες σου φέρνουν ανεμόνες.
Και κοίτα ένα μυστήριο του κόσμου, το κριτήριο πως μοιάζουμε, μου λέει, σα δυο σταγόνες...
Μαμά, πεινάω, μαμά...
Φοβάμαι, μαμά...
Γερνάω, μαμά...
Και τρέμω να'μαι αυτό, που χρόνια ανησυχείς... Ωραία, νέα κι ατυχής...

Πως έμαθε να κλαίει

Κάποτε η σκιά μου
δεν ήξερε ούτε να γελάει
ούτε να πονά.
Μ’ ακολουθούσε μόνο
αφόρητα πιστή.
Διψούσα κι έπινε νερό.
Νύσταζα και κοιμόταν.
Δεν σ’ αγαπούσε
αλλά σ’ αγκάλιαζε παράφορα.
Στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας
οι δυο μαζί
με τη δική σου τη σκιά
πώς μπερδευόσαστε
σ’ ένα θεόρατο κουβάρι σκοτεινό
που άλλαζε σχήματα διαρκώς
ώσπου ησύχαζε.
Ξάφνου κοβότανε στα δύο
και ξανά...
ωσότου κάποτε στον τοίχο
έμεινε μόνη η δική μου η σκιά
μόνη για πάντα.
Και τότε ήτανε
που έμαθε πώς να κλαίει.

Κοντσέρτο στη Δρέσδη

Κοντσέρτο στη Δρέσδη
Με πληγώνουνε οι νότες
Vτσι καθώς γλιστράν στο φως του φεγγαριού
και μεγαλώνει, πλαταίνει η σκιά μου
για να χωρέσει όλη την απελπισία
των πολύτιμων στιγμών
που γλίστρησαν κι αυτές σαν άμμος
μεσ’ από τις χούφτες μου.

Πασχίζουνε να με παρηγορήσουνε οι νότες
καθώς αλλάζουνε σιγά σιγά
σε μνήμες τις στιγμές.
Μια γλυκειά θαλπωρή
μια οδυνηρή, καθυστερημένη τρυφερότητα
ωσότου ξαφνικά ξεφεύγουν, δυναμώνουνε
-ένα κρεσέντο αμείλικτο-
μήπως καλύψουνε
τον ασύλληπτο θόρυβο της σιωπής μου.

Τρεμοπαίζουν οι νότες.
Σ’ αγαπώ, έτσι αόριστα σ’ αγαπάω
για το τρέμουλο των κουρασμένων χεριών σου
για το γαλάζιο και το ροζ
που ξεχείλισαν ξαφνικά στη ζωή μου
Σ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑΤΙ ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΚΙ ΑΘΟΡΥΒΑ ΘΑ ΦΥΓΕΙΙΣ
ΠΡΟΤΟΥ ΠΡΟΛΑΒΩ ΚΑΝ
ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΝΑ Σ ΑΓΑΠΗΣΩ.

Κατρακυλούν οι νότες
από τη Σαξωνία στο Σαρωνικό. Κρυώνω.
Κατρακυλούν και ξεσηκώνουνε τα κύματα
που ησύχασαν μετά για να ξεβράσουν
ένα άγνωστο, μελανιασμένο κουφάρι.
Θυμώνω με τη ζοφερή Tπιπολαιότητα του σύννεφου
που δεν μπορεί ένα σχήμα
ένα χρώμα να κρατήσει.

Σωπάσανε οι νότες. Άκου:
Απόψε πριν κοιμηθώ
στον καθρέφτη μου αντίκρυσα
ένα πένθος αλλόκοτο.
Ένα πένθος που αφορούσε
μια κυρτή, ρυτιδιασμένη ξένη
την ίδια που φοβόμουνα από παιδί.

Γιατί από μικρή θυμόμουνα το μέλλον μου.
Από τότε που συνάντησα το θάνατό μου.